κτεο:νομοθεσία:νόμοι:πδ_51_2012

Πίσω

ΠΔ 51 2012

Στοιχεία

ΤίτλοςΗμ/νίαΚατάστασηΜεταβολήΣχετικά
Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 2006/126/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Δεκεμβρίου 2006, όπως τροποποιήθηκε με τις Οδηγίες 2008/65/ΕΚ της Επιτροπής της 27ης Ιουνίου 2008, 2009/113/ΕΚ της Επιτροπής της 25ης Αυγούστου 2009 και 2011/94/ΕΕ της Επιτροπής της 28ης Νοεμβρίου 201126/04/2012Ενεργή29/05/2013, 20/04/2016, 08/08/2016, 30/03/2002, 04/03/2019, 31/08/2019, 22/09/2020

ΚωδικόςΈιδοςΗμ/νίαΤίτλοςΠαρατηρήσειςΚατάστασηΠρωτότυπο
Ν 4625 2019ΦΕΚΤροποποίηση ΠΔ 51 2012- Η παρ. 3 του άρθρου 7 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ και η παρ. 4 αναριθμήθηκε σε παρ. 3, με την παρ. 3 άρθρου 4 Ν. 4625/2019 (Α' 139/31.08.2019).
- Η παρ. 4 του άρθρου 17 τροποποιήθηκε με την παρ. 4 άρθρου 4 Ν. 4625/2019 (Α' 139/31.08.2019).
Ενσωματώθηκε
Ν 4155 2013ΦΕΚ29/05/2013Τροποποίηση ΠΔ 51 2012- Η περίπτ. στ της παρ. 1 του άρθρου 3 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρου 50 Ν. 4155/2013 (Α' 120/29.5.2013).
- Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης γ' της παρ. 1 του άρθρου 6 αντικαταστάθηκε, με την παρ. 3 του άρθρου 50 του Ν. 4155/2013 (ΦΕΚ Α' 120/29.5.2013).
- Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης δ' της παρ. 2 του άρθρου 8 αντικαταστάθηκε, με την παρ. 4 του άρθρου 50 του Ν. 4155/2013 (ΦΕΚ Α' 120/29.5.2013).
- Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 9 αντικαταστάθηκε, με την παρ. 5 του άρθρου 50 του Ν. 4155/2013 (ΦΕΚ Α' 120/29.5.2013).
- Η παρ. 1 του άρθρου 17 αντικαταστάθηκε με την παρ. 7 άρθρου 50 Ν. 4155/2013 (Α' 120/29.5.2013)
- Το άρθρο 21Α Προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 50 του ν. 4155/2013 (Α’ 120
Ενσωματώθηκε
Ν 4383 2016ΦΕΚ20/04/2016Τροποποίηση ΠΔ 51 2012- Η περίπτ. θ της παρ. 1 του άρθρου 2 τίθεται όπως ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ με την παρ. 1 άρθρου τρίτου Ν. 4383/2016 (Α' 72/20.4.2016)
- Το άρθρο 5 αντικαταστάθηκε, με την παρ. 2 του άρθρου 50 του Ν. 4155/2013 (ΦΕΚ Α' 120/29.5.2013).
- Η παρ. 6 του άρθρου 5 ΠΡΟΣΤΕΘΗΚΕ με την παρ. 2 του άρθρου τρίτου του ν. 4383/2016 (Α΄ 72/20.4.2016).
- Οι περ. α και γ της παρ. 1 του άρθρου 6 ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΑΝ με τις παρ. 3 και 4 αντιστοίχως του άρθρου τρίτου του ν. 4383/2016 (Α΄ 72/20.4.2016).
- Η περίπτ. α της παρ. 1 του άρθρου 7 τίθεται όπως ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ με την παρ. 5 άρθρου τρίτου Ν. 4383/2016 (Α' 72/20.4.2016).
- Η παρ. 1 του άρθρου 8 ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ με την παρ. 6 του άρθρου τρίτου του ν. 4383/2016 (Α΄ 72/20.4.2016).
- Η περ. β της παρ. 2 του άρθρου 8 ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ με την παρ. 7 του άρθρου τρίτου του ν. 4383/2016 (Α΄ 72/20.4.2016).
- Η περ. γ της παρ. 2 του του άρθρου 8 ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ με την παρ. 8 του άρθρου τρίτου του ν. 4383/2016 (Α΄ 72/20.4.2016).
- Η εντός " φράση στο τέλος του τελευταίου εδ. της περ. δ της παρ. 2 του άρθρου 8 ΠΡΟΣΤΕΘΗΚΕ με την παρ. 9 του άρθρου τρίτου του ν. 4383/2016 (Α΄ 72/20.4.2016).
- Η παρ. 4 του άρθρου 8 ΠΡΟΣΤΕΘΗΚΕ με την παρ. 10 του άρθρου τρίτου του ν. 4383/2016 (Α΄ 72/20.4.2016).
- Προστεθείσα με την παρ. 6 του άρθρου 50 του Ν. 4155/2013 (ΦΕΚ Α' 120/29.5.2013), η παρ. 3 του άρθρου 9 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ. 11 του άρθρου τρίτου του ν. 4383/2016 (Α΄ 72/20.4.2016).
Ενσωματώθηκε
Ν 4413 2016ΦΕΚ08/08/2016Τροποποίηση ΠΔ 51 2012- Το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 5 [όπως αυτό είχε προστεθεί με το άρθρο 17 του ν.4233/2014] καταργήθηκε, με την παρ.2 του άρθρου 74 του ν.4413/2016 (ΦΕΚ Α΄148/8.8.2016) ΚΑΙ με έναρξη ι σ χ ύ ο ς την 8.11.2016 {τρεις μήνες από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου στο ΦΕΚ : παρ.7 του ιδίου άρθρου και νόμου}.
- Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 11 αντικαταστάθηκαν με την παρ.3 του άρθρου 74 του ν.4413/2016 (ΦΕΚ Α΄148/8.8.2016) ΚΑΙ με έναρξη ι σ χ ύ ο ς την 8.11.2016 {τρεις μήνες από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου στο ΦΕΚ : παρ.7 του ιδίου άρθρου και νόμου}.
- Το εντός « » πρώτο εδάφιο της παρ. 2 και η παρ. 5 του άρθρου 17 αντικαταστάθηκαν με τις παρ. 4 και 5, αντιστοίχως, του άρθρου 74 Ν. 4413/2016 (Α' 148/8.8.2016) ΚΑΙ με έναρξη ι σ χ ύ ο ς την 8.11.2016, σύμφωνα με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου και νόμου.
Ενσωματώθηκε
Ν 4530 2018ΦΕΚ30/03/2018Τροποποίηση ΠΔ 51 2012- Το εντός " " δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 7 ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ με το άρθρο 64 Ν. 4530/2018 (Α' 59/30.3.2018).Ενσωματώθηκε
Ν 4599 2019ΦΕΚ04/03/2019Τροποποίηση ΠΔ 51 2012- Οι περιπτ. β, γ, δ, ε και η της παρ. 1 του άρθρου 2 ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΑΝ με την παρ. 1 άρθρου 11 Ν. 4599/2019 (Α' 40/04.03.2019).
- Η περίπτ. στ της παρ. 2 του άρθρου 2 ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ με την παρ. 2 άρθρου 11 Ν. 4599/2019 (Α' 40/04.03.2019).
- Η περίπτ. γ της παρ. 1 του άρθρου 3 ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ με την παρ. 3 άρθρου 11 Ν. 4599/2019 (Α' 40/04.03.2019).
- Στην παρ. 1 του άρθρου 7 , η εντός « » φράση ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ με την παρ. 4 άρθρου 11 Ν. 4599/2019 (Α' 40/04.03.2019).
- Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 7 ΠΡΟΣΤΕΘΗΚΕ το εντός " " εδάφιο με την παρ. 5 άρθρου 11 Ν. 4599/2019 (Α' 40/04.03.2019).
- Στο άρθρο 14 οι λέξεις «και γραμμάτων» ΠΡΟΣΤΕΘΗΚΑΝ με την παρ. 7 άρθρου 11 Ν. 4599/2019 (Α' 40/04.03.2019).
Ενσωματώθηκε
Α3 ΟΙΚ 56475 6635 2020ΦΕΚ22/09/2020Τροποποίηση ΠΔ 51 2012- Το σημείο 5.1.3. του παραρτήματος II του άρθρου 21
του π.δ. 51/2012 (Α ́101) τροποποιείται από τη παρ. 1 του άρθρου 1 της υπ' αριθ. Αριθμ. A3/Οικ. 56475/6635 ΦΕΚ 4075 ΄Β 22/09/2020
-Το σημείο 5.2. του παραρτήματος II του π.δ. 51/2012
(Α ́101) το δεύτερο εδάφιο του δεύτερου υπότιτλου «Κα-
τηγορία Α2» αντικαθίσταται από τη παρ. 2 του άρθρου 1 της υπ' αριθ. Αριθμ. A3/Οικ. 56475/6635 ΦΕΚ 4075 ΄Β 22/09/2020
-Στη παρ. 3 του Παραρτήματος Ι του άρθρου 21 του
π.δ. 51/2012 (Α ́ 101), στο σημείο 12 του στοιχείου α της
σελίδας 2 του εντύπου της άδειας οδήγησης, προστίθεται από κείμενο από το άρθρο 2 της υπ' αριθ. Αριθμ. A3/Οικ. 56475/6635 ΦΕΚ 4075 ΄Β 22/09/2020
Ενσωματώθηκε
374362 2021ΦΕΚ31/12/2021Καθορισμός του τρόπου και της διαδικασίας του τεχνικού ελέγχου των εκπαιδευτικών οχημάτωνΕνεργή2021.21.31_fek_6495_b_ekp_.pdf
  • ΦΕΚ 'Α 101

Προοίμιο

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Έχοντας υπόψη: 1. Τις διατάξεις:

α. Των άρθρων 1, παρ. 2 του άρθρου 3 και 4 του ν. 1338/1983 «Εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου» (Α' 34), όπως το άρθρο 1, και η παρ. 5 αυτού, τροποποιήθηκαν με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 6 του ν. 1440/1984 «Συμμετοχή της Ελλάδος στο κεφάλαιο, στα αποθεματικά και στις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, στο Κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακος και Χάλυβος και του Οργανισμού Εφοδιασμού ΕΥΡΑΤΟΜ» (Α' 70) και όπως η παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 1338/83 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 1892/1990 «Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις» (Α' 101) και το άρθρο 4 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 4 του ν. 1440/1984 και τροποποιήθηκε διαδοχικά, με τα άρθρα 7 του ν. 1775/1988 (Α' 101), 31 του ν. 2076/1992 (Α' 130), 19 του ν. 2367/1995 (Α' 261), 22 του ν. 2789/2000 (Α' 21), 48 του ν. 3427/2005 (Α'312) και 91 του ν. 3862/2010 (Α' 113).

β. Του άρθρου δευτέρου του ν. 2077/1992 «Κύρωση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και των σχετικών πρωτοκόλλων και δηλώσεων που περιλαμβάνονται στην Τελική Πράξη» (Α' 136).

γ. Του άρθρου 90 του «Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα», ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Π.Δ. 63/2005 (Α' 98).

2. Τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.δ/τος 638/1970 (Α' 173) όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 5 του ν. 823/1978 (Α' 189).

3. Τις διατάξεις του Π.Δ. 65/2011 «Διάσπαση του Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης στα Υπουργεία α) Εσωτερικών και β) Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, συγχώνευση του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και μεταφορά στον Πρωθυπουργό των Γενικών Γραμματειών Ενημέρωσης και Επικοινωνίας και στο Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, της Γενικής Γραμματείας της Νέας Γενιάς» (Α' 147).

4. Το Π.Δ. 31/2012 «Διορισμός Υπουργού Οικονομικών» (Α' 62).

5. Το υπ' αριθμ. 72953/10-6-2010 έγγραφο της Δευτεροβάθμιας Ιατρικής Επιτροπής της Νομαρχίας Αθηνών/ Νότιος Τομέας με το οποίο διαβιβάστηκαν οι προτάσεις της σχετικά με τις τροποποιούμενες διατάξεις

6. Το γεγονός ότι, από την εφαρμογή των διατάξεων του διατάγματος αυτού, προκαλείται εφάπαξ δαπάνη, σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού ύψους 100.000 ΕΥΡΩ, η οποία θα αντιμετωπισθεί από τις εγγεγραμμένες πιστώσεις τρέχοντος οικ. έτους (2012) του ΥΠ.Υ.ΜΕ. ΔΙ. (Φορέας 39-110 και Κ.Α.Ε. 0899).

7. Την υπ' αριθμ 55/2012 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με πρόταση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Εσωτερικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Προστασίας του Πολίτη, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και του Υπουργού Οικονομικών, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1: Σκοπός

Σκοπός του παρόντος διατάγματος είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 2006/126/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Δεκεμβρίου 2006, «για την άδεια οδήγησης» (L403/30-12-2006) όπως τροποποιήθηκε με τις Οδηγίες 2008/65/ΕΚ της Επιτροπής της 27ης Ιουνίου 2008 «για την τροποποίηση της Οδηγίας 91/439/ΕΟΚ για την άδεια οδήγησης» (L168/28-6-2008), 2009/113/ΕΚ της Επιτροπής της 25ης Αυγούστου 2009 «σχετικά με την τροποποίηση της Οδηγίας 2006/126/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την άδεια οδήγησης» (L223/26-8-2009) και 2011/94/ΕΕ της Επιτροπής της 28ης Νοεμβρίου 2011 «για την τροποποίηση της Οδηγίας 2006/126/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την άδεια οδήγησης» (L314/29-11-2011).

Άρθρο 2: Ορισμοί

(παρ. 1, 2, 3, 4 του άρθρου 4, άρθρο 7 και άρθρο 12 Οδηγίας 2006/126/ΕΚ)

1. Για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος οι κάτωθι όροι έχουν την εξής έννοια:

α) «Μηχανοκίνητο όχημα»:Είναι το αυτοπροωθούμενο όχημα, το οποίο κυκλοφορεί σε δρόμους, γενικά, με δικά του μέσα. Στον ορισμό αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται τα οχήματα τα οποία κινούνται πάνω σε τροχιές.

«β) «Μοτοποδήλατο»: είναι το ελαφρύ μηχανοκίνητο δίκυκλο όχημα κατηγορίας L1e ή το τρίκυκλο μοτοποδήλατο κατηγορίας L2e, όπως ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' της παραγράφου 2 του άρθρου 4 και στο Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) υπ' αριθμ. 168/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2013 (ΕΕ L 60).»

«γ) «Μοτοσικλέτα»: είναι η δίκυκλη μοτοσικλέτα κατηγορίας L3e ή η δίκυκλη μοτοσικλέτα με πλευρικό κάνιστρο (καλάθι) κατηγορίας L4e, όπως ορίζεται στις περιπτώσεις γ' και δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 4 και στο Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 168/2013.»

«δ) «Μηχανοκίνητο τρίκυκλο»: είναι το μηχανοκίνητο τρίκυκλο κατηγορίας L5e, όπως ορίζεται στην περίπτωση ε' της παραγράφου 2 του άρθρου 4 και στο Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) υπ' αριθμ. 168/2013.»

«ε) «Ελαφρύ τετράκυκλο»: είναι το ελαφρύ τετράκυκλο κατηγορίας L6e, όπως ορίζεται στην περίπτωση στ' της παραγράφου 2 του άρθρου 4 και στο Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 168/2013. η) «Τετράκυκλο»: είναι το (βαρύ) τετράκυκλο κατηγορίας L7e, όπως ορίζεται στην περίπτωση ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 4 και στο Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) υπ' αριθμ. 168/2013.»

στ) «Αυτοκίνητο»: Είναι το μηχανοκίνητο όχημα που χρησιμοποιείται, συνήθως για την οδική μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων ή για την έλξη, επί οδού, οχημάτων που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων. Στον ορισμό αυτό περιλαμβάνονται και τα ηλεκτροκίνητα λεωφορεία (τρόλεϋ). Στον ορισμό αυτό δεν περιλαμβάνονται οι γεωργικοί και οι δασικοί ελκυστήρες.

ζ) «Γεωργικός ελκυστήρας», «δασικός ελκυστήρας»: Είναι το μηχανοκίνητο όχημα, τροχοφόρο ή ερπυστριοφόρο, με δύο τουλάχιστον άξονες, η βασική λειτουργία του οποίου στηρίζεται, ουσιαστικά, στην ελκτική του δύναμη, το οποίο έχει σχεδιαστεί για την έλξη, ώθηση, μεταφορά, ή ενεργοποίηση ορισμένων εργαλείων, μηχανημάτων ή ρυμουλκουμένων, που χρησιμοποιούνται στις γεωργικές ή δασικές, αντίστοιχα, εργασίες και η χρήση του οποίου, για την οδική μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων ή για την έλξη, επί οδού, οχημάτων που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων είναι δευτερεύουσα.

η) «Τετράκυκλο»: Είναι το μηχανοκίνητο όχημα, πλην των ελαφρών τετράκυκλων, του οποίου η μάζα κενού οχήματος είναι μικρότερη ή ίση των 400 kg (550 kg στη περίπτωση οχήματος για τη μεταφορά εμπορευμάτων), μη συμπεριλαμβανομένης της μάζας των συσσωρευτών των ηλεκτρικών οχημάτων, των οποίων η μέγιστη καθαρή ισχύς του κινητήρα δεν υπερβαίνει τα 15 kW. Τα οχήματα αυτά λογίζονται ως τρίκυκλα και πρέπει να πληρούν τις τεχνικές απαιτήσεις που ισχύουν για τα τρίκυκλα οχήματα.

«θ) «Συνήθης διαμονή»: Συνήθης διαμονή νοείται ο τόπος στον οποίο ένα πρόσωπο διαμένει συνήθως, δηλαδή επί 185 τουλάχιστον ημέρες ανά ημερολογιακό έτος, λόγω προσωπικών ή επαγγελματικών δεσμών, ή όταν πρόκειται για άτομο χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών, που συνεπάγονται στενή σχέση του με τον τόπο όπου κατοικεί. Ωστόσο, ως συνήθης διαμονή ενός ατόμου, του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο διαφορετικό από εκείνο των προσωπικών του δεσμών, και το οποίο, για το λόγο αυτόν, υποχρεούται να διαμένει διαδοχικά σε διαφορετικούς τόπους που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερα κράτη-μέλη, θεωρείται ο τόπος στον οποίο βρίσκονται οι προσωπικοί του δεσμοί, με την προϋπόθεση ότι το άτομο αυτό επιστρέφει εκεί τακτικά. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν χρειάζεται να πληρούται, όταν το άτομο αυτό διαμένει σε ένα κράτος-μέλος για την εκτέλεση αποστολής συγκεκριμένης διάρκειας. Η φοίτηση σε πανεπιστήμιο ή σε σχολείο δεν συνεπάγεται μεταφορά της συνήθους διαμονής. Ωστόσο, έχει δικαίωμα υποβολής αίτησης για χορήγηση, ανταλλαγή ή ανανέωση άδειας οδήγησης ο αποδεικνύων σπουδαστική ή μαθητική ιδιότητα για διάστημα τουλάχιστον έξι (6) μηνών στην Ελλάδα. Για τους σκοπούς του διατάγματος αυτού, αλλοδαποί υπήκοοι θεωρείται ότι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα, εφόσον: α. είναι κάτοχοι οποιουδήποτε δημόσιου εγγράφου από το οποίο προκύπτει ότι αυτοί διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα και β. το ως άνω έγγραφο έχει εκδοθεί 185 ημέρες, τουλάχιστον, πριν από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία για χορήγηση, ανανέωση, ανταλλαγή ή μετατροπή της άδειας οδήγησης.»

2. Για τους σκοπούς του παρόντος ισχύουν, επίσης, οι ακόλουθοι ορισμοί:

α) «Κατοικία»: Είναι ο τόπος της κύριας και μόνιμης εγκατάστασης του φυσικού προσώπου. Ουδείς μπορεί να έχει, συγχρόνως, περισσότερες από μία κατοικίες. Η συγκεκριμένη κατοικία διατηρείται μέχρις ότου αποκτηθεί νέα. Αν δεν μπορεί να αποδειχθεί η τελευταία κατοικία του φυσικού προσώπου, ως κατοικία θεωρείται ο τόπος διαμονής του. Αυτός που έχει διορισθεί σε δημόσια υπηρεσία, έχει κατοικία τον τόπο, όπου υπηρετεί. Προϋπόθεση για να έχει φυσικό πρόσωπο την «κατοικία» του στην Ελλάδα, είναι να έχει την κανονική του διαμονή στην Ελλάδα.

β) «Άδεια οδήγησης»: Είναι η διοικητική πράξη, με την οποία χορηγείται σε φυσικό πρόσωπο, δικαίωμα οδήγησης, συγκεκριμένης ή συγκεκριμένων κατηγοριών, μηχανοκινήτων οχημάτων, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

γ) «Χρόνος διοικητικής ισχύος της άδειας οδήγησης»: Είναι το χρονικό διάστημα, το οποίο μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας έναρξης και λήξης ισχύος της άδειας οδήγησης. Η χρονική ισχύς για κάθε κατηγορία άδειας οδήγησης καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος.

δ) «Αφαίρεση άδειας οδήγησης» Είναι η οριστική ή προσωρινή αφαίρεση του δικαιώματος οδήγησης, η οποία πραγματοποιείται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου. Στην περίπτωση της οριστικής αφαίρεσης, το έντυπο της άδειας οδήγησης ακυρώνεται.

ε) «Ανάκληση άδειας οδήγησης» Είναι η πράξη με την οποία η εκδούσα Υπηρεσία ανακαλεί την άδεια οδήγησης. Η ανάκληση συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος οδήγησης αναδρομικά από την ημερομηνία έκδοσης της ανακληθείσας άδειας οδήγησης και το έντυπο αυτής ακυρώνεται.

«στ) «Λόγος ισχύος προς βάρος»: αναφέρεται στις μοτοσικλέτες και είναι ο λόγος, ισχύς προς βάρος, όπου: αα) ισχύς είναι η ισχύς (σε kW) που ορίζεται με την έγκριση τύπου της μοτοσικλέτας, ββ) βάρος είναι η αριθμητική τιμή της μάζας της μοτοσικλέτας (σε kg) σε κατάσταση ετοιμότητας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 5 και το Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) υπ' αριθμ. 168/2013.»

ζ) Όπου στο διάταγμα αυτό αναφέρεται μάζα, το μέγεθός της, αριθμητικά, είναι το ίδιο με το βάρος του μηχανοκίνητου οχήματος. Όπου στο διάταγμα αυτό αναφέρονται οι όροι δίκυκλο, τρίκυκλο, τετράκυκλο έχουν την ίδια έννοια με τους όρους δίτροχο, τρίτροχο, τετράτροχο αντίστοιχα.

Άρθρο 3: Κατηγορίες αδειών οδήγησης μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών, μηχανοκίνητων τρικύκλων, τετρακύκλων και αυτοκινήτων

(άρθρο 4 της Οδηγίας 2006/126/ΕΚ)

1. Οι άδειες οδήγησης διακρίνονται στις παρακάτω κατηγορίες και παρέχουν, στους κατόχους τους, το δικαίωμα να οδηγούν μηχανοκίνητα οχήματα των αντίστοιχων κατηγοριών:

α. Κατηγορία ΑΜ: Μοτοποδήλατα και ελαφρά τετράκυκλα

β. Κατηγορία Α1:

- Μοτοσικλέτες μέγιστου κυβισμού 125 cm3, μέγιστης ισχύος 11 kW και λόγο ισχύος προς βάρος μικρότερο από 0,1 kW/kg, και

- Μηχανοκίνητα τρίκυκλα, των οποίων η ισχύς δεν υπερβαίνει τα 15 kW

«γ. Κατηγορία Α2: μοτοσικλέτες μέγιστης ισχύος 35 kW και με λόγο ισχύος προς βάρος μικρότερο από 0,2 kW/kg, που δεν προέρχονται από διασκευή άλλης μοτοσικλέτας ισχύος μεγαλύτερης του διπλάσιου της ισχύος της διασκευασθείσας μοτοσικλέτας.»

δ. Κατηγορία Α:

- Μοτοσικλέτες, και

- μηχανοκίνητα τρίκυκλα η ισχύς των οποίων υπερβαίνει τα 15 kW

ε. Κατηγορία Β1: Τετράκυκλα Η κατηγορία αυτή χορηγείται μόνο σε ήδη κατόχους άδειας οδήγησης της εν λόγω κατηγορίας, η οποία έχει εκδοθεί από αρχές της αλλοδαπής, κατά την ανταλλαγή ή μετατροπή της σε ελληνική.

«στ. Κατηγορία Β: Αυτοκίνητα με μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα μέχρι 3.500 kg και σχεδιασμένα και κατασκευασμένα για τη μεταφορά οκτώ (8), (το πολύ) επιβατών, εκτός από τον οδηγό. Τα αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής επιτρέπεται να συνδυάζονται με ρυμουλκούμενο, του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα δεν υπερβαίνει τα 750 kg. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των κανόνων έγκρισης τύπου, τα αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής μπορούν να συνδυάζονται με οποιοδήποτε ρυμουλκούμενο, με μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα που υπερβαίνει τα 750 kg και υπό τον όρο ότι η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του συνδυασμού αυτού δεν υπερβαίνει τα 4.250 kg. Στην περίπτωση όμως που ο συνδυασμός αυτός υπερβαίνει τα 3.500 kg, απαιτείται, η οδήγησή του να γίνεται μόνον μετά από ολοκλήρωση σχετικής εκπαίδευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Παραρτήματος V, ενώ το έντυπο της άδειας οδήγησης φέρει στην κατηγορία Β τον κοινοτικό κωδικό αριθμό 96.»

ζ. Κατηγορία ΒΕ: Σύνολα συζευγμένων οχημάτων, που αποτελούνται από έλκον όχημα της κατηγορίας Β και από ρυμουλκούμενο ή ημιρυμουλκούμενο, όταν η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του ρυμουλκουμένου ή του ημιρυμουλκουμένου δεν υπερβαίνει τα 3.500 kg.

η. Κατηγορία C1: Αυτοκίνητα (πλην εκείνων των κατηγοριών D1 και D) η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα των οποίων υπερβαίνει τα 3.500 kg και είναι μικρότερη ή ίση των 7.500 kg, τα οποία σχεδιάζονται και κατασκευάζονται για τη μεταφορά οκτώ το πολύ επιβατών, εκτός του οδηγού. Τα αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής επιτρέπεται να συνδυάζονται με ρυμουλκούμενο, του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα δεν υπερβαίνει τα 750 kg.

θ. Κατηγορία 01Ε:

- σύνολα οχημάτων που αποτελούνται από έλκον όχημα της κατηγορίας 01 και από ρυμουλκούμενο ή ημιρυμουλκούμενο, με μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα άνω των 750 kg, εφόσον η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του συνόλου δεν υπερβαίνει τα 12.000 kg, και

- σύνολα οχημάτων που αποτελούνται από έλκον όχημα της κατηγορίας Β και από ρυμουλκούμενο ή ημιρυμουλκούμενο όχημα με μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα άνω των 3.500 kg, εφόσον η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του συνόλου δεν υπερβαίνει τα 12.000 kg

ι. Κατηγορία 0: Αυτοκίνητα (πλην εκείνων των κατηγοριών D1 και D) η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα των οποίων υπερβαίνει τα 3.500 kg και τα οποία σχεδιάζονται και κατασκευάζονται για τη μεταφορά οκτώ (8) το πολύ επιβατών, εκτός του οδηγού. Τα αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής επιτρέπεται να συνδυάζονται με ρυμουλκούμενο, του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα δεν υπερβαίνει τα 750 kg.

ια. Κατηγορία 0Ε: Σύνολα συζευγμένων οχημάτων που αποτελούνται από έλκον όχημα, το οποίο υπάγεται στην κατηγορία 0 και από ρυμουλκούμενο ή ημιρυμουλκούμενο, του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα υπερβαίνει τα 750 kg.

ιβ. Κατηγορία D1: Αυτοκίνητα που σχεδιάζονται και κατασκευάζονται για τη μεταφορά μέχρι 16 επιβατών, εκτός του οδηγού, μέγιστου μήκους 8 m. Τα αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής επιτρέπεται να συνδυάζονται με ρυμουλκούμενο, του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα δεν υπερβαίνει τα 750 kg.

ιγ. Κατηγορία D^: Σύνολα οχημάτων που αποτελούνται από έλκον όχημα της κατηγορίας D1 και ρυμουλκούμενο, με μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα άνω των 750 kg.

ιδ. Κατηγορία D: Αυτοκίνητα που σχεδιάζονται και κατασκευάζονται για τη μεταφορά άνω των οκτώ (8) επιβατών, εκτός του οδηγού. Τα αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής επιτρέπεται να συνδυάζονται με ρυμουλκούμενο, του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα δεν υπερβαίνει τα 750 kg.

ιε. Κατηγορία DΕ: Σύνολα συζευγμένων οχημάτων που αποτελούνται από έλκον όχημα, το οποίο υπάγεται στην κατηγορία D και από ρυμουλκούμενο, του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα υπερβαίνει τα 750 kg.

2. Ισχύουσες άδειες οδήγησης, οι οποίες έχουν εκδοθεί από κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τα κράτη Νορβηγία, Ισλανδία, Λιχτενστάιν, αναγνωρίζονται στην Ελλάδα και επιτρέπουν στους κατόχους τους να οδηγούν οχήματα των αντίστοιχων κατηγοριών ή υποκατηγοριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 5 και της περίπτωσης (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 6.

Άρθρο 4: Κλιμάκωση και ισοδυναμία μεταξύ κατηγοριών αδειών οδήγηση

(άρθρο 6 της Οδηγίας 2006/126/ΕΚ)

1. Το δικαίωμα απόκτησης κατηγορίας άδειας οδήγησης κλιμακώνεται ως εξής:

α. Οι κατηγορίες 01, 0, D1 και D χορηγούνται μόνο σε οδηγούς, οι οποίοι είναι ήδη κάτοχοι της κατηγορίας Β.

β. Οι κατηγορίες ΒΕ, 01E, 0E, D1E και DE χορηγούνται μόνο σε οδηγούς, οι οποίοι είναι ήδη κάτοχοι των κατηγορίας Β, 01, 0, D1 και D αντίστοιχα.

2. Η ισοδυναμία μεταξύ των κατηγοριών των αδειών οδήγησης καθορίζεται ως εξής:

α. Οι κατηγορίες 01E, 0E, D1E και DE ισχύουν και για οδήγηση οχημάτων της κατηγορίας ΒΕ.

β. Η κατηγορία 0E ισχύει και για την οδήγηση οχημάτων της κατηγορίας DE, εφόσον ο οδηγός είναι ήδη κάτοχος της κατηγορίας D.

γ. Οι κατηγορίες 0E και DE ισχύουν και για την οδήγηση οχημάτων των κατηγοριών 01E και D1E, αντίστοιχα.

δ. Οι κατηγορίες Β, 0 και D ισχύουν και για οδήγηση οχημάτων των κατηγοριών Β1, 01 και D1, αντίστοιχα

ε. Η κατηγορία Α, ισχύει και για την οδήγηση οχημάτων των κατηγοριών Α1, Α2 και ΑΜ. στ. Η κατηγορία Α2, ισχύει και για την οδήγηση οχημάτων της κατηγορίας Α1 και ΑΜ.

ζ. Άδεια οδήγησης A1 ισχύει και για την οδήγηση οχημάτων της κατηγορίας ΑΜ.

3. Άδεια οδήγησης κατηγορίας Β που παρείχε το δικαίωμα οδήγησης τετράκυκλων (πλην των ελαφρών τετράκυκλων) εξακολουθεί να παρέχει το δικαίωμα αυτό.

4. Τρίκυκλα που οδηγούνταν με άδεια οδήγησης κατηγορίας Β (λόγω μη χορήγησης της Β1) μετά την 19-1-2013 οδηγούνται με άδεια οδήγησης κατηγορίας Α (Α1 για ισχύ μικρότερη ή ίση των 15 kW ή Α για ισχύ μεγαλύτερη των 15 kW).

Άρθρο 5: Ισχύς αδειών οδήγησης

(άρθρο 2 παρ. 2 & άρθρο 7 της Οδηγίας 2006/126/ΕΚ)

«1. Οι άδειες οδήγησης για τις κατηγορίες AM, Al, Α2, A, Bl, Β και BE έχουν διοικητική ισχύ δεκαπέντε (15) έτη, από την ημέρα της επιτυχούς εξέτασης προσόντων και συμπεριφοράς για τη χορήγηση της συγκεκριμένης κατηγορίας ή από την ημέρα της ανανέωσής της, κατά περίπτωση, και όχι πέραν της συμπλήρωσης της ηλικίας των 65 ετών του κατόχου της άδειας. Οι άδειες οδήγησης για τις κατηγορίες Cl, C1E, C, CE, Dl, DIE, D και DE έχουν διοικητική ισχύ πέντε (5) έτη, από την ημέρα της επιτυχούς εξέτασης προσόντων και συμπεριφοράς για τη χορήγηση της συγκεκριμένης κατηγορίας ή από την ημέρα της ανανέωσής της, κατά περίπτωση, και όχι πέραν της συμπλήρωσης της ηλικίας των 65 ετών του κατόχου της άδειας. Η διοικητική ισχύς των αδειών οδήγησης που ανανεώνονται πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας των 65 ετών, για όλες τις κατηγορίες αδειών οδήγησης, δεν επιτρέπεται να έχει ημερομηνία λήξης μεγαλύτερη του 68ου έτους της ηλικίας του κατόχου της άδειας. Από τη συμπλήρωση της ηλικίας των 65 ετών και μέχρι τη συμπλήρωση των 80 ετών, η διοικητική ισχύς όλων των κατηγοριών αδειών οδήγησης δεν επιτρέπεται να υπερβεί τα τρία (3) έτη, από την ημέρα της επιτυχούς εξέτασης προσόντων και συμπεριφοράς για τη χορήγηση οποιασδήποτε κατηγορίας ή από την ημέρα της ανανέωσης της κατηγορίας, κατά περίπτωση. Η διοικητική ισχύς των αδειών οδήγησης που ανανεώνονται πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας των 80 ετών, για όλες τις κατηγορίες αδειών οδήγησης, δεν επιτρέπεται να έχει ημερομηνία λήξης μεγαλύτερη του 82ου έτους της ηλικίας του κατόχου της άδειας. Μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των 80 ετών, η διοικητική ισχύς όλων των κατηγοριών αδειών οδήγησης δεν επιτρέπεται να υπερβεί τα δύο (2) έτη, από την ημέρα της ανανέωσης της κατηγορίας. [Παραλείπεται εδάφιο ως μη ισχύον && βλ. σχόλια]

2. Σε περίπτωση απώλειας ή αδυναμίας ανάγνωσης ή οποιασδήποτε άλλης βλάβης του μικροεπεξεργαστή του εντύπου της άδειας οδήγησης, ως χρόνος ισχύος λογίζεται αυτός, που έχει εκτυπωθεί στο έντυπο της άδειας.

3. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, μπορεί να ορίζεται μικρότερος χρόνος ισχύος, για λόγους υγείας του κατόχου της άδειας οδήγησης.

4. Η άδεια οδήγησης ή οι επιμέρους κατηγορίες της παύουν αυτοδικαίως να ισχύουν εφόσον:

α. λήξει η χρονική ισχύς τους ή

β. ο ενδιαφερόμενος παύει να πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προδιαγραφές σωματικής και διανοητικής ικανότητας του Παραρτήματος III ή

γ. το έντυπο της άδειας οδήγησης έχει φθαρεί ή έχει αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι δυσχερής ο έλεγχος των στοιχείων της.

5. Κατηγορίες αδειών οδήγησης που έχουν χορηγηθεί, πριν τις 19.1.2013, από κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τα κράτη Νορβηγία, Ισλανδία, Λιχτενστάιν, και η ισχύς τους, από την ημερομηνία της αρχικής χορήγησης ή της τελευταίας ανανέωσης, είναι μεγαλύτερη αυτής των αντίστοιχων ελληνικών κατηγοριών αδειών οδήγησης, ανανεώνονται ή αντικαθίστανται, κατά περίπτωση, με την πάροδο διετίας από την ημέρα που ο κάτοχος της άδειας οδήγησης αποκτήσει την κανονική του διαμονή στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα περί ανανέωσης ή αντικατάστασης των αντίστοιχων κατηγοριών των ελληνικών αδειών οδήγησης, που έχουν εκδοθεί πριν τις 19.1.2013.»

«6.

α. Το ίδιο πρόσωπο μπορεί να είναι κάτοχος μόνο μίας άδειας οδήγησης.

β. Δεν χορηγείται άδεια οδήγησης όταν διαπιστωθεί ότι το πρόσωπο διαθέτει ήδη άδεια οδήγησης.

γ. Λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα σύμφωνα με την περίπτωση β', όσον αφορά την επανέκδοση, την αντικατάσταση, την ανανέωση ή την ανταλλαγή άδειας οδήγησης. Τα μέτρα αυτά συνίστανται στον έλεγχο μαζί με άλλα κράτη-μέλη, εάν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι ο υποψήφιος κατέχει ήδη άδεια οδήγησης.

δ. Για να διευκολυνθούν οι έλεγχοι σύμφωνα με την περίπτωση β', χρησιμοποιείται το ενωσιακό δίκτυο αδειών οδήγησης όταν το δίκτυο αυτό τεθεί σε λειτουργία.»

Άρθρο 6: Χορήγηση άδειας οδήγησης

(άρθρα 4, 7, 11 παρ. 5 της Οδηγίας 2006/126/ΕΚ)

1. Για τη χορήγηση οποιασδήποτε κατηγορίας άδειας οδήγησης απαιτείται όπως ο ενδιαφερόμενος:

«α) Έχει τη συνήθη διαμονή στην Ελλάδα ή την ιδιότητα του σπουδαστή ή του μαθητή επί έξι (6) τουλάχιστον μήνες στην Ελλάδα, πριν από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης και των δικαιολογητικών.»

β) Έχει την κατοικία του στην περιοχή της οικείας Υπηρεσίας Μεταφορών και Επικοινωνιών στην οποία κατατίθεται η αίτηση.

«γ. έχει συμπληρώσει την απαιτούμενη, για κάθε κατηγορία, ηλικία, ως εξής

γα) Των 16 ετών για την κατηγορία AM. Αν ο υποψήφιος για χορήγηση της κατηγορίας AM δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών, απαιτείται επιπλέον η έγγραφη συναίνεση του προσώπου που ασκεί την επιμέλειά του, η οποία παρέχεται πάνω στην αίτηση.

γβ) Των 18 ετών για την κατηγορία Α1.

γγ) Των 20 ετών για την κατηγορία Α2.

γδ) Των 24 ετών για μοτοσικλέτες της κατηγορίας Α'. Σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος είναι ήδη κάτοχος άδειας οδήγησης της κατηγορίας Α2 επί διετία, η απαιτούμενη ηλικία μειώνεται στα 22 έτη.

γε) Των 22 ετών για μηχανοκίνητα τρίκυκλα ισχύος άνω των 15kW της κατηγορίας Α'.

γστ) Των 18 ετών για την κατηγορία B1, Β, BE, C1 και C1E. Η κατηγορία Β1 χορηγείται μόνο σε ήδη κατόχους άδειας οδήγησης της εν λόγω κατηγορίας, η οποία έχει εκδοθεί από αρχές της αλλοδαπής, κατά την ανταλλαγή ή μετατροπή της σε ελληνική. γζ) Των 21 ετών για τις κατηγορίες C, CE, D1 και D1E.

γη) Των 24 ετών για τις κατηγορίες D και DE.

Οι παραπάνω απαιτούμενες ηλικίες για τις κατηγορίες C, CE μειώνονται στα 18 έτη και για τις κατηγορίες D και DE στα 21 έτη σύμφωνα με τις διατάξεις χορήγησης Πιστοποιητικού Επαγγελματικής Ικανότητας (Π.Ε.Ι.) σε οδηγούς των κατηγοριών αυτών.»

δ) Πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προδιαγραφές σωματικής και διανοητικής ικανότητας του Παραρτήματος III.

ε) Έχει πραγματοποιήσει τον εκάστοτε προβλεπόμενο ελάχιστο αριθμό μαθημάτων θεωρητικής εκπαίδευσης και εκπαίδευσης προσόντων και συμπεριφοράς, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Παραρτήματος ΙΙ.

στ) Έχει πετύχει σε θεωρητική εξέταση και σε εξέταση προσόντων και συμπεριφοράς, στα θέματα των παραρτημάτων II ή V ή και VI, όπου και εάν κατά περίπτωση απαιτείται.

ζ) Δεν είναι κάτοχος άδειας οδήγησης ελληνικής ή κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Νορβηγίας, της Ισλανδίας ή του Λιχτενστάιν.

η) Καταβάλλει τα εκάστοτε προβλεπόμενα ποσά, τα πάγια τέλη χαρτοσήμου και τις εισφορές υπέρ τρίτων για κάθε κατηγορία άδειας οδήγησης. Τα πάγια τέλη χαρτοσήμου και οι εισφορές υπέρ τρίτων είναι αυτά που ισχύουν κατά το χρόνο παραλαβής της άδειας οδήγησης και καταβάλλονται τουλάχιστον πριν την αποστολή της προς εκτύπωση. Τα πάγια τέλη χαρτοσήμου και οι εισφορές υπέρ τρίτων καταβάλλονται μόνο για τις κατηγορίες αδειών οδήγησης, οι οποίες χορηγούνται κατόπιν εξετάσεων και όχι για αυτές που χορηγούνται λόγω κάλυψής τους από άλλη μεγαλύτερη κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 4.

2. Όπου στο παρόν αναφέρεται ως προϋπόθεση η ηλικία, για τον υπολογισμό αυτής, λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία και το έτος γέννησης του ενδιαφερομένου. Αν δεν προκύπτει η ημέρα ή ο μήνας, τότε, λαμβάνεται ως ημέρα γέννησης η τελευταία του μήνα γέννησης και ως μήνας γέννησης, ο τελευταίος του έτους γέννησης.

3. Υποψήφιος οδηγός ή οδηγός, ο οποίος εντός τριετίας από την υποβολή της αίτησης και των δικαιολογητικών για χορήγηση άδειας οδήγησης, δεν έχει ολοκληρώσει με επιτυχία το σύνολο των απαιτούμενων εξετάσεων, υποχρεούται να επανέλθει με νέα αίτηση και δικαιολογητικά και να υποβληθεί εκ νέου σε εκπαίδευση και εξετάσεις.

4. Σε περίπτωση απώλειας του εντύπου της άδειας οδήγησης με οποιονδήποτε τρόπο ή φθοράς ή αλλοίωσης του εντύπου της άδειας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι δυσχερής ο έλεγχος των στοιχείων της, χορηγείται αντίγραφο αυτής, το οποίο έχει ισχύ πρωτοτύπου. Για την έκδοση του αντιγράφου απαιτείται η καταβολή των εκάστοτε προβλεπόμενων ποσών. Η παραπάνω διάταξη έχει εφαρμογή και στους κατόχους άδειας οδήγησης από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τη Νορβηγία ή την Ισλανδία ή το Λιχτενστάιν, εφόσον ο κάτοχος της άδειας αποκτήσει την κανονική του διαμονή στην Ελλάδα. Η έκδοση αντιγράφου στην περίπτωση αυτή, πραγματοποιείται αφού προσκομιστεί επίσημο έγγραφο του κράτους έκδοσης της άδειας οδήγησης, με το οποίο βεβαιώνεται η έκδοσή της, τα αναγκαία στοιχεία της (κατηγορίες, χρόνος έκδοσης, διοικητική ισχύς κ.λπ.) και ότι η άδεια αυτή δεν κρατείται από οποιαδήποτε αρχή του κράτους έκδοσης για οποιονδήποτε λόγο.

Άρθρο 7: Ανανέωση αδειών οδήγησης

(άρθρο 7 της Οδηγίας 2006/126/ΕΚ)

1. «Η ανανέωση κάθε κατηγορίας άδειας οδήγησης επιτρέπεται να γίνεται οποτεδήποτε, όχι όμως πριν από το δίμηνο το οποίο προηγείται της ημερομηνίας λήξης της, εφόσον ο κάτοχος της άδειας:»

«α. Έχει τη συνήθη διαμονή στην Ελλάδα ή την ιδιότητα του σπουδαστή ή του μαθητή επί έξι (6) τουλάχιστον μήνες στην Ελλάδα, πριν από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης και των δικαιολογητικών.»

β. Πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προδιαγραφές σωματικής και διανοητικής ικανότητας του Παραρτήματος III.

γ. Καταβάλει τα εκάστοτε προβλεπόμενα ποσά, τα πάγια τέλη χαρτοσήμου και τις εισφορές υπέρ τρίτων.

2. Κατά την ανανέωση οποιασδήποτε κατηγορίας και εφόσον οι ελάχιστες απαιτούμενες προδιαγραφές σωματικής και διανοητικής ικανότητας του Παραρτήματος ΙΙΙ, οι οποίες απαιτούνται για τη συγκεκριμένη προς ανανέωση κατηγορία, καλύπτουν και άλλη κατηγορία της συγκεκριμένης άδειας, επιτρέπεται η ταυτόχρονη ανανέωση και των καλυπτόμενων κατηγοριών, χωρίς να έχει λήξει η ισχύς τους. «Ως έναρξη της διοικητικής ισχύος της άδειας οδήγησης, η οποία ανανεώνεται μετά τη λήξη της ισχύος της, θεωρείται η ημέρα κατάθεσης της αίτησης και των δικαιολογητικών ανανέωσης, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προδιαγραφές του Παραρτήματος ΙΙΙ, για τη συγκεκριμένη ή τις συγκεκριμένες κατηγορίες. Σε περίπτωση αιτήματος ανανέωσης πριν τη λήξη της διοικητικής ισχύος της άδειας οδήγησης, ως έναρξη της νέας διοικητικής ισχύος θεωρείται η ημέρα λήξης της προηγούμενης άδειας οδήγησης, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προδιαγραφές του Παραρτήματος ΙΙΙ, για τη συγκεκριμένη ή τις συγκεκριμένες κατηγορίες». «Εναλλακτικά, για τους κατόχους άδειας οδήγησης των κατηγοριών C1, C1E, C, CE, D1, D1E, D και DE, πλην αυτών που περιγράφονται στην παράγραφο 3, οι οποίοι αιτούνται ανανέωση άδειας οδήγησης πριν τη λήξη της διοικητικής ισχύος της, ως έναρξη της διοικητικής ισχύος της νέας άδειας, δύναται να είναι οποιαδήποτε ημερομηνία επιθυμούν και δηλώνουν στην αρμόδια Υπηρεσία, μεταξύ της ημερομηνίας κατάθεσης της αίτησης ανανέωσης με τα δικαιολογητικά μέχρι την ημερομηνία λήξης της προηγούμενης άδειας.»

3. Άδειες οδήγησης οποιασδήποτε κατηγορίας, οι οποίες έχουν εκδοθεί από κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή την Νορβηγία ή την Ισλανδία ή το Λιχτενστάιν και έχει λήξει η ισχύς τους, ανανεώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος.

Άρθρο 8: Αμοιβαία αναγνώριση και Ανταλλαγή αδειών οδήγησης

(άρθρο 2 παρ.1 και άρθρο 11 της Οδηγίας 2006/126/ΕΚ)

«1. Ισχύουσα άδεια οδήγησης που έχει εκδοθεί από κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τη Νορβηγία, ή από την Ισλανδία ή από το Λιχτενστάιν, εξακολουθεί να ισχύει στο ελληνικό έδαφος, ως έχει, εφόσον τηρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης της αντίστοιχης κατηγορίας άδειας οδήγησης του παρόντος διατάγματος.»

2. Άδεια οδήγησης, η οποία εκδόθηκε από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τη Νορβηγία, ή από την Ισλανδία ή από το Λιχτενστάιν, ανταλλάσσεται με ελληνική άδεια οδήγησης αντίστοιχων κατηγοριών, χωρίς εξέταση ιατρική, θεωρητική και προσόντων και συμπεριφοράς, επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 9, εφόσον:

α. δεν έχει λήξει η ισχύς της προς ανταλλαγή, κατηγορίας, επιφυλασσομένων των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 5,

«β. ο κάτοχος της άδειας οδήγησης έχει τη συνήθη διαμονή στην Ελλάδα ή την ιδιότητα του σπουδαστή ή του μαθητή επί έξι (6) τουλάχιστον μήνες στην Ελλάδα, πριν από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης και των δικαιολογητικών»,

«γ. έχει συμπληρώσει την απαιτούμενη, για κάθε κατηγορία, ηλικία, ως εξής:

γα) Των 16 ετών για την κατηγορία AM.

γβ) Των 16 ετών για την κατηγορία Α1.

γγ) Των 18 ετών για την κατηγορία Α2.

γδ) Των 24 ετών για μοτοσικλέτες της κατηγορίας Α'. Σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος είναι ήδη κάτοχος άδειας οδήγησης της κατηγορίας Α2 επί διετία, η απαιτούμενη ηλικία μειώνεται στα 20 έτη. γε) Των 21 ετών για μηχανοκίνητα τρίκυκλα ισχύος άνω των 15 kW της κατηγορίας Α'. γστ) Των 16 ετών για την κατηγορία Β1.

γζ) Των 18 ετών για τις κατηγορίες Β, BE, C1 και C1E.

γη) Των 21 ετών για τις κατηγορίες C, CE, D1 και D1E.

γθ) Των 24 ετών για τις κατηγορίες D και DE.

Οι παραπάνω απαιτούμενες ηλικίες για τις κατηγορίες C, CE μειώνονται στα 18 έτη και για τις κατηγορίες D και DE στα 21 έτη σύμφωνα με τις διατάξεις χορήγησης Πιστοποιητικού Επαγγελματικής Ικανότητας (Π.Ε.Ι.) σε οδηγούς των κατηγοριών αυτών», και δ. δεν κατέχει άλλη άδεια οδήγησης, ελληνική ή των κρατών της παρ. 1. «Κατά την ανταλλαγή, ο κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης δεν υποχρεούται, από τη δημοσίευση του παρόντος προεδρικού διατάγματος, να καταβάλει πάγια τέλη χαρτοσήμου και εισφορές υπέρ τρίτων. Τα τέλη αυτά και οι εισφορές καταβάλλονται κατά την ανανέωση της ελληνικής άδειας οδήγησης.» Η άδεια οδήγησης της αλλοδαπής επιστρέφεται στην υπηρεσία έκδοσής της «,παρέχοντας τις δέουσες διευκρινίσεις».

3. Η αρμόδια για την ανταλλαγή υπηρεσία προβαίνει στον αναγκαίο έλεγχο, προκειμένου να διαπιστώσει ότι πράγματι ισχύει η κατηγορία της άδειας, της οποίας ζητείται η ανταλλαγή. Στο έντυπο της ελληνικής άδειας οδήγησης αναγράφονται οι απαιτούμενοι κωδικοί αριθμοί, όπως αυτοί ορίζονται στο Παράρτημα I. Κατά τα λοιπά, για την ανταλλαγή των αδειών οδήγησης, ισχύουν οι προϋποθέσεις του διατάγματος αυτού.

«4. Η μετατροπή άδειας οδήγησης που έχει εκδοθεί από χώρα εκτός της Ε.Ε., καταγράφεται στην άδεια οδήγησης του Παραρτήματος I του παρόντος, καθώς και σε κάθε ανανέωση ή αντικατάστασή της.»

Άρθρο 9: Κωλύματα

(άρθρο 11 παρ. 2 & 4 της Οδηγίας 2006/126/ΕΚ)

1. Ο κάτοχος άδειας οδήγησης, που έχει εκδοθεί από κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τη Νορβηγία, την Ισλανδία ή το Λιχτενστάιν, ο οποίος βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια υπόκειται σε όλες τις ποινικές και αστυνομικές διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων και των διατάξεων που αφορούν τον περιορισμό, την αναστολή ισχύος, την αφαίρεση ή ακύρωση του δικαιώματος οδήγησης. «Για όσο χρόνο διαρκεί η ποινή του περιορισμού ή της αναστολής ισχύος ή της αφαίρεσης ή της ακύρωσης του δικαιώματος οδήγησης, επιτρέπεται η ανταλλαγή της αλλοδαπής άδειας σε ελληνική, εφόσον έχει την κανονική διαμονή του στην Ελλάδα, προκειμένου να υλοποιηθούν οι περιορισμοί αυτοί.»

2. Άδεια οδήγησης η οποία έχει εκδοθεί από κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τη Νορβηγία, ή την Ισλανδία ή το Λιχτενστάιν, δεν ισχύει στην Ελλάδα, ούτε ανταλλάσσεται σε ελληνική, εάν εν τω μεταξύ: α. η άδεια αυτή έχει ανακληθεί από το κράτος έκδοσής της, ή β. στον κάτοχο της άδειας έχει εφαρμοσθεί ένα από τα μέτρα της παρ. 1, από το κράτος έκδοσης της άδειας οδήγησης.

[3. ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ως μη ισχύουσα]

Άρθρο 10: Άδεια οδήγησης

(άρθρο 1 παρ1 & άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 2006/126/ΕΚ)

1. Η άδεια οδήγησης εκδίδεται σύμφωνα με το κοινοτικό υπόδειγμα του Παραρτήματος Ι.

2. Κάθε άδεια οδήγησης, η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, αποσύρεται από την κυκλοφορία το αργότερο έως τις 19-01-2033.

Άρθρο 11: Προδιαγραφές σωματικής και διανοητικής ικανότητας

1. Οι ελάχιστες απαιτούμενες προδιαγραφές σωματικής και διανοητικής ικανότητας των υποψηφίων οδηγών και των οδηγών καθορίζονται στο Παράρτημα ΙΙΙ.

«2. Η πλήρωση των ελάχιστων προδιαγραφών της παραγράφου 1 διαπιστώνεται από τους γιατρούς των ειδικοτήτων του Παραρτήματος III, κατά περίπτωση.

3. Σε περίπτωση μείωσης της σωματικής ή διανοητικής ικανότητας για οδήγηση, ο κάτοχος της άδειας οδήγησης υποχρεούται σε ιατρική εξέταση. Για το σκοπό αυτό, αφαιρείται η άδεια οδήγησης από την αρμόδια υπηρεσία και ο κάτοχός της παραπέμπεται σε Ιατρική Εξέταση για τη διαπίστωση πλήρωσης των ελάχιστων απαιτούμενων προδιαγραφών του Παραρτήματος III. Εφόσον ο ενδιαφερόμενος κριθεί:

α. «ΙΚΑΝΟΣ», του επιστρέφεται η άδεια οδήγησης ή, εφόσον είναι απαραίτητη η αναγραφή τυχόν απαιτούμενων περιορισμών, χορηγείται νέο έντυπο,

β. «ΜΗ ΙΚΑΝΟΣ», δεν μπορεί να εξεταστεί εκ νέου αν δεν παρέλθει χρονικό διάστημα ενός έτους από την ημερομηνία εξέτασής του. Εφόσον παρέλθει χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από την ημερομηνία της πρώτης εξέτασης που κρίθηκε μη ικανός, χωρίς εν τω μεταξύ ο ενδιαφερόμενος να ανακτήσει τις ελάχιστες απαιτούμενες προδιαγραφές του Παραρτήματος III, η άδεια αφαιρείται οριστικά και ακυρώνεται με απόφαση της οικείας Υπηρεσίας Μεταφορών και Επικοινωνιών.»

4. Η διαδικασία της παραγράφου 3 εφαρμόζεται και στην περίπτωση παραπομπής σε ιατρική εξέταση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 13 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2696/1999 (Α' 57), όπως ισχύει.

Άρθρο 12: Εκπαίδευση και εξέταση υποψηφίων οδηγών και οδηγών

1. Οι υποψήφιοι οδηγοί ή οδηγοί, προκειμένου να λάβουν μέρος σε εξετάσεις για χορήγηση οποιασδήποτε κατηγορίας άδειας οδήγησης υποχρεούνται, προηγουμένως, να έχουν πραγματοποιήσει έναν ελάχιστο αριθμό μαθημάτων θεωρητικής εκπαίδευσης και εκπαίδευσης προσόντων και συμπεριφοράς. Η θεωρητική εκπαίδευση και η εκπαίδευση προσόντων και συμπεριφοράς πραγματοποιούνται στα Κέντρα Θεωρητικής Εκπαίδευσης Υποψηφίων Οδηγών και στις Σχολές Οδηγών αντίστοιχα. Τα θέματα που περιλαμβάνονται στη θεωρητική εκπαίδευση και οι δοκιμασίες για την εκπαίδευση προσόντων και συμπεριφοράς καθορίζονται στο Παράρτημα ΙΙ, ανάλογα με την κατηγορία της άδειας οδήγησης στην οποία πρόκειται να εξετασθεί ο ενδιαφερόμενος.

2. Ο αριθμός των ελάχιστων μαθημάτων θεωρητικής εκπαίδευσης και εκπαίδευσης προσόντων και συμπεριφοράς, για κάθε κατηγορία άδειας οδήγησης, καθώς και κάθε αναγκαία διαδικαστική λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου 1, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων όπως προβλέπεται από την παράγραφο 5β του άρθρου 16 του ν. 2465/1997 (Α' 28).

3. Η εκπαίδευση και η εξέταση του υποψηφίου οδηγού ή οδηγού στις δοκιμασίες προσόντων και συμπεριφοράς, πραγματοποιείται σε εκπαιδευτικό όχημα της συγκεκριμένης κατηγορίας, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Παραρτήματος ΙΙ, με την παρουσία εκπαιδευτή υποψηφίων οδηγών. Η παρουσία εκπαιδευτή δεν είναι αναγκαία στην περίπτωση που η δοκιμασία προσόντων και συμπεριφοράς πραγματοποιείται εντός κλειστού χώρου (πίστα) για την εκτέλεση ειδικών δοκιμασιών. Κάθε αναγκαία διαδικαστική λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων όπως προβλέπεται από την παρ. 5β του άρθρου 16 του ν. 2465/1997 (Α' 28).

4. Εάν λόγω σωματικής αναπηρίας ή προβλημάτων υγείας του υποψηφίου, η οδήγηση επιτρέπεται μόνο για ορισμένους τύπους οχημάτων ή για ειδικά προσαρμοσμένα ή διασκευασμένα οχήματα, η εκπαίδευση και η εξέταση του ενδιαφερομένου πραγματοποιείται σε εκπαιδευτικό όχημα ίδιου τύπου ή με τις ίδιες προσαρμογές ή διασκευές με αυτό που πρόκειται να οδηγήσει. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει κατάλληλο εκπαιδευτικό όχημα, επιτρέπεται η εκπαίδευση και εξέταση του ενδιαφερομένου με το όχημα το οποίο πρόκειται να οδηγεί (παρ. 2 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2006/126).

5. Σε περίπτωση πρόκλησης οποιασδήποτε αξιόποινης πράξης κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης ή της εξέτασης, η ευθύνη βαρύνει τον παριστάμενο εκπαιδευτή, εκτός της περίπτωσης που η εξέταση πραγματοποιείται σε κλειστούς χώρους (πίστες) χωρίς την ενεργό συμμετοχή του, σύμφωνα με τις περί υπαιτιότητας διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Δεν αποκλείεται όμως η ευθύνη του υποψηφίου οδηγού ή οδηγού, εφόσον, κατά τις παραπάνω διατάξεις, υφίσταται τέτοια ευθύνη.

Άρθρο 13: Οικονομικά Θέματα

1. Για κάθε πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια ιατρική εξέταση υποψηφίου οδηγού ή οδηγού, καταβάλλεται, το ποσό των ενενήντα (90) ΕΥΡΩ, και αποτελεί έσοδο του τακτικού προϋπολογισμού του Κράτους. Το ποσό αυτό δεν καταβάλλεται όταν, η παραπομπή του ενδιαφερομένου γίνεται από την αρμόδια υπηρεσία, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 8 του άρθρου 13 Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2696/1999 (Α' 57), όπως ισχύει. Σε περίπτωση πρωτοβάθμιας ιατρικής εξέτασης, όπου ο ενδιαφερόμενος εξετάζεται μόνο από ένα γιατρό (παθολόγο ή οφθαλμίατρο, κατά περίπτωση), αντί του ποσού των ενενήντα (90) ΕΥΡΩ, καταβάλλεται το ποσό των σαράντα πέντε (45) ΕΥΡΩ.

2. Για κάθε θεωρητική εξέταση ή για κάθε εξέταση προσόντων και συμπεριφοράς υποψηφίου οδηγού ή οδηγού, καταβάλλεται, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ποσό δέκα (10) ΕΥΡΩ.

3. Για την εκτύπωση της άδειας οδήγησης καταβάλλεται, ποσό τριάντα (30) ΕΥΡΩ, και αποτελεί έσοδο του τακτικού προϋπολογισμού του Κράτους.

4. Σε κάθε περίπτωση έκδοσης αντιγράφου άδειας οδήγησης λόγω απώλειας ή κλοπής, καταβάλλεται, πέραν του αναγκαίου ποσού για την εκτύπωση της άδειας και ποσό ως εξής: α. Τριάντα (30) ΕΥΡΩ, για την περίπτωση έκδοσης πρώτου αντιγράφου, β. Εξήντα (60) ΕΥΡΩ, για την περίπτωση έκδοσης δεύτερου, τρίτου, τέταρτου κ.ο.κ. αντιγράφου. Τα παραπάνω ποσά δεν καταβάλλονται στην περίπτωση απώλειας της άδειας οδήγησης λόγω μερικής (διάρρηξη) ή ολικής κλοπής αυτοκινήτου ή καταστροφής του από πυρκαγιά ή πλημμύρα που αποδεικνύεται από έγγραφα αρμόδιας Αρχής.

5. Για τη χορήγηση ή τη μετατροπή ή την ανανέωση οποιασδήποτε κατηγορίας άδειας οδήγησης ή για την έκδοση αντιγράφου άδειας οδήγησης καταβάλλεται πάγιο τέλος χαρτοσήμου και εισφορά υπέρ τρίτων, όπως αυτά ορίζονται στις οικείες διατάξεις.

6. Το ποσό για την εκτύπωση της άδειας οδήγησης αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων όπως προβλέπεται στην παρ. 7 περ. δ' του άρθρου 3 του Π.Δ. 355/1994 (Α'189) η οποία προστέθηκε με το άρθρο 16 παρ. ΙΙ του ν. 3534/2007 (Α' 40).

Άρθρο 14: Κωδικοί αριθμοί

Οι όροι υπό τους οποίους επιτρέπεται στον κάτοχο άδειας οδήγησης, να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα, οι τυχόν ιατρικοί και διοικητικοί περιορισμοί, καθώς και οι τυχόν διασκευές του οχήματος που επιτρέπεται να οδηγεί, αναγράφονται στην άδεια οδήγησης, με την μορφή κωδικών αριθμών «και γραμμάτων», όπως αυτοί, περιγράφονται στο Παράρτημα Ι

Άρθρο 15: Προσόντα εξεταστών υποψηφίων οδηγών και οδηγών

(άρθρο 10 της Οδηγίας 2006/126/ΕΚ)

1. Οι υπάλληλοι - εξεταστές προσόντων και συμπεριφοράς των υποψηφίων οδηγών, ή οδηγών, πρέπει αποδεδειγμένα να πληρούν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καθώς και τις γενικές προϋποθέσεις, που προβλέπονται στο Παράρτημα IV. Επιπλέον, υπόκεινται στις διαδικασίες ποιοτικού ελέγχου και διαρκούς επιμόρφωσης του ιδίου Παραρτήματος.

2. Όσοι έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις της παραγράφου 1, βάσει προγενέστερων διατάξεων, επιτρέπεται να ασκούν το έργο αυτό και μετά τις 18/1/2013, εφόσον υπόκεινται σε διαδικασίες ποιοτικού έλεγχου και τακτικής επιμόρφωσης, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της παρ. 4 του παραρτήματος IV του παρόντος.

3. Ειδικότερες προϋποθέσεις, όροι και εξαιρέσεις για τη συμμετοχή υπαλλήλων στο έργο της θεωρητικής εξέτασης και της εξέτασης προσόντων και συμπεριφοράς υποψηφίων οδηγών και οδηγών, καθώς και κάθε λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων όπως προβλέπεται από την παρ. 4 του άρθρου 16 του ν. 2592/1998 (Α' 57).

Άρθρο 16: Αρμοδιότητες

1. Αρμόδια υπηρεσία για την ανανέωση άδειας οδήγησης είναι κάθε Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών περιφέρειας της Χώρας, υπό την προϋπόθεση ιατρικής εξέτασης του ενδιαφερόμενου από ιατρούς συμβεβλημένους με την προαναφερόμενη Δ/νση Μεταφορών και Επικοινωνιών όπου καταθέτει την αίτηση. Αρμόδια υπηρεσία για την ανάκληση κατηγορίας άδειας οδήγησης, η οποία χορηγήθηκε καθ' υπέρβαση των κείμενων διατάξεων, είναι η Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών η οποία χορήγησε τη συγκεκριμένη άδεια. Αρμόδια υπηρεσία για τον έλεγχο γνησιότητας της άδειας οδήγησης είναι η Διεύθυνση χορήγησης της πιο πρόσφατης χρονικά κατηγορίας. Αρμόδια υπηρεσία για την εκτέλεση αποφάσεων αφαίρεσης ή ανάκλησης άδειας οδήγησης είναι η Ελληνική Αστυνομία. Αρμόδια υπηρεσία για οποιαδήποτε άλλη διοικητική πράξη σχετική με την άδεια οδήγησης όπως χορήγηση, ανταλλαγή, μετατροπή, επέκταση, έκδοση της άδειας οδήγησης και, αντιγράφου αυτής, για την αφαίρεση ή/και ακύρωση του εντύπου της άδειας οδήγησης και την παραπομπή του ενδιαφερόμενου σε ιατρική εξέταση, είναι η Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών, στην περιοχή της οποίας έχει την κατοικία του ο ενδιαφερόμενος.

2. Εάν ο ενδιαφερόμενος κατά τη διαδικασία χορήγησης άδειας οδήγησης και πριν ολοκληρωθεί το σύνολο των απαιτούμενων εξετάσεων, αλλάξει τόπο κατοικίας, σε περιοχή εκτός της αρμοδιότητας της Υπηρεσίας κατάθεσης της αίτησης και των δικαιολογητικών, ο σχετικός φάκελος μεταφέρεται στην Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών της περιοχής της νέας κατοικίας του. Στην περίπτωση αυτή η διαδικασία χορήγησης συνεχίζεται από τη νέα αυτή Υπηρεσία.

3. Κατά τα λοιπά, για την εφαρμογή του άρθρου αυτού, ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος

Άρθρο 17: Κυρώσεις

«1. Στους παραβάτες των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του διατάγματος αυτού, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης από 1 μέχρι 6 μήνες.»

2. «Αυτός που υπογράφει και σφραγίζει πιστοποιητικό υγείας υποψηφίου οδηγού ή οδηγού, με τη σφραγίδα γιατρού, ενώ δεν έχει την αρμοδιότητα αυτή, τιμωρείται με τις ποινές του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα.». Αν οι πράξεις αυτές πραγματοποιούνται από υπάλληλο ή ιδιοκτήτη σχολής οδηγών, τότε, παράλληλα και ανεξάρτητα με τις ποινικές κυρώσεις, αφαιρείται οριστικά η άδεια του εκπαιδευτή υποψηφίων οδηγών, όλων των ιδιοκτητών της συγκεκριμένης σχολής με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη, κατά περίπτωση.

3. Υποψήφιος οδηγός ή οδηγός που κάνει χρήση πιστοποιητικού υγείας της παρ. 2, τιμωρείται με τις ποινές του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα.

«4. Ιατρός, ο οποίος κρίνει ικανό υποψήφιο οδηγό ή οδηγό που δεν πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προδιαγραφές σωματικής και διανοητικής ικανότητας του Παραρτήματος ΙΙΙ, παραπέμπεται από την αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών στα αρμόδια όργανα για ενδεχόμενη παράβαση της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του ν. 3418/2005 «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας» (Α' 287) ή/και των άρθρων 217 και 221 του Ποινικού Κώδικα και επιβάλλονται οι προβλεπόμενες από τους νόμους αυτούς κυρώσεις. Παράλληλα και ανεξάρτητα από τις κυρώσεις αυτές, καταγγέλλεται, από την αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών, η σύμβασή του. Ο συγκεκριμένος ιατρός δεν δικαιούται πλέον να συμβληθεί με καμία Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών για διενέργεια ιατρικής εξέτασης υποψηφίων οδηγών και οδηγών.».

«5. Η σύμβαση γιατρού για τη διενέργεια ιατρικής εξέτασης υποψηφίων οδηγών και οδηγών, ο οποίος αρνείται την παροχή υπηρεσιών ή απαιτεί τη λήψη πρόσθετης ιατρικής αμοιβής, καταγγέλλεται από την αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών, αποκλείεται δε η σύναψη νέας συμβάσεως από αυτόν πριν την παρέλευση ενός έτους από την καταγγελία.».

Άρθρο 18: Αντιστοιχία

1. Η αντιστοιχία μεταξύ κατηγοριών ή υποκατηγοριών άδειας οδήγησης, οι οποίες χορηγήθηκαν με προγενέστερες, του παρόντος, διατάξεις και κατηγοριών που ορίζονται με το διάταγμα αυτό, καθορίζεται με βάση τα τεχνικά χαρακτηριστικά των οχημάτων τα οποία επιτρέπεται να οδηγούνται από τον κάτοχο συγκεκριμένης κατηγορίας ή υποκατηγορίας άδειας οδήγησης και την ηλικία των κατόχων, ως εξής:

2. Άδειες οδήγησης μοτοποδηλάτου, οι οποίες χορηγήθηκαν από τις Υπηρεσίες Τροχαίας της Ελληνικής Αστυνομίας, αντιστοιχούν στην κατηγορία ΑΜ του παρόντος διατάγματος. Αυτού του είδους οι άδειες οδήγησης, εντός διετίας από τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος, πρέπει να κατατεθούν στις αρμόδιες Υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών προς αντικατάσταση με το νέο έντυπο με την υποβολή μόνο του παραβόλου της εκτύπωσής του. Μετά την λήξη της προθεσμίας αυτής τα έντυπα των αδειών οδήγησης μοτοποδηλάτων που έχουν εκδοθεί μέχρι 18-1-2013 από τις Υπηρεσίες Τροχαίας της Ελληνικής Αστυνομίας παύουν να ισχύουν. Όσοι οδηγούν με τέτοιου είδους άδεια οδήγησης τιμωρούνται με διοικητικό πρόστιμο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 95 του Κ.Ο.Κ.

Άρθρο 19: Μεταβατικές Διατάξεις

1. Ενδιαφερόμενος ο οποίος υποβάλλει αίτηση και δικαιολογητικά για χορήγηση οποιασδήποτε κατηγορίας άδειας οδήγησης και δεν ολοκληρώσει με επιτυχία τις απαιτούμενες εξετάσεις μέχρι και τις 18-1-2013, υπάγεται πλέον στις διατάξεις του παρόντος διατάγματος περί χορήγησης αδειών οδήγησης. Οι απαιτούμενες εξετάσεις θεωρούνται περατωθείσες με την επιτυχία του υποψηφίου οδηγού στην πρακτική εξέταση και την έκδοση σχετικού Πρακτικού Εξετάσεων Υποψηφίων Οδηγών. Τα ποσά που υποχρεούνται να καταβάλουν οι παραπάνω ενδιαφερόμενοι είναι αυτά που ορίζουν οι οικείες διατάξεις, οι οποίες ισχύουν, κατά το χρόνο υποχρέωσης καταβολής κάθε συγκεκριμένου ποσού.

2. Άδειες οδήγησης οι οποίες χορηγήθηκαν με προγενέστερες, της 19-1-2013, διατάξεις, εξακολουθούν να ισχύουν με τους όρους και προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκαν, μέχρι τη λήξη της ισχύος τους με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 10 και της παραγράφου 2 του άρθρου 18 του παρόντος διατάγματος. Μετά τη λήξη της ισχύος τους, οι άδειες αυτές ανανεώνονται με τους όρους και προϋποθέσεις του παρόντος διατάγματος.

Άρθρο 20: Καταργούμενες διατάξεις

(άρθρο 17 της Οδηγίας 2006/126/ΕΚ)

1. Από τις 19/1/2013 καταργούνται:

α. οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 2898/2001 (Α' 71) και των, σε εκτέλεση της παραγράφου αυτής εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων.

β. οι διατάξεις των παρ. 3, 4 και 5 του άρθρου 15 του ν. 3534/2007 (Α' 40).

γ. οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 43 του ν. 2963/2001 (Α' 268), όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 15 του ν. 3534/2007 (Α' 40).

δ. οι διατάξεις του άρθρου 42 του ν. 2963/2001 (Α' 268).

ε. το Π.Δ. 19/1995 (Α'15) στο σύνολό του, καθώς και των Παραρτημάτων του, όπως ισχύει στ. τις Κ.Υ.Α. 43206/6028/2008 (Β' 1541) και 29240/ 3729/2010 (Β' 1409)

ζ. κάθε άλλη διάταξη που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτές.

2. Από τις 10-9-2014 καταργούνται οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 3446/2006 (Α' 49) και των, σε εκτέλεση της παραγράφου αυτής, εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων.

3. Μέχρι την έκδοση των κατ' εξουσιοδότηση του παρόντος προβλεπομένων κανονιστικών πράξεων, εξακολουθούν να ισχύουν, κατά το μέρος που δεν αντιτίθενται στο παρόν, οι υφιστάμενες κανονιστικές πράξεις που ρυθμίζουν τα αντίστοιχα θέματα.

Άρθρο 21: Παραρτήματα

Προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του διατάγματος αυτού, τα συνημμένα Παραρτήματα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, IV, V και VI.

Άρθρο 21Α: (άρθρο 15 της Οδηγίας 2006/126/ΕΚ) Αμοιβαία Συνδρομή

Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών,Μεταφορών και Δικτύων θεσπίζονται οι τεχνικές προδιαγραφές, καθώς και οι διαδικασίες για την εφαρμογή του ενωσιακού δικτύου αδειών οδήγησης με σκοπό την εξασφάλιση της εποπτείας και του ελέγχου κάθε κατηγορίας που χορηγείται, ανταλλάσσεται, αντικαθίσταται, ανανεώνεται ή αφαιρείται και καθορίζονται προϋποθέσεις ενημέρωσης των αλλοδαπών Αρχών.

Καταγράφεται μόνο το τμήμα των παραρτημάτων σχετικό με τα οχήματα

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

B. ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΠΡΟΣΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ 5. Το όχημα και ο εξοπλισμός του

«5.1. Μετάδοση της κίνησης οχήματος

5.1.1. Η οδήγηση οχήματος με χειροκίνητη μετάδοση της κίνησης υπόκειται στην επιτυχή εξέταση προσόντων και συμπεριφοράς σε όχημα με χειροκίνητη μετάδοση της κίνησης.

Ως όχημα με χειροκίνητη μετάδοση της κίνησης νοείται όχημα στο οποίο υπάρχει ποδόπληκτρος συμπλέκτης (ή χειροκίνητος μοχλός για τις κατηγορίες A, A2, A1 και ΑΜ) και το οποίο πρέπει να χειρίζεται ο οδηγός κατά την εκκίνηση ή τη στάση του οχήματος ή κατά την εναλλαγή ταχυτήτων.

5.1.2. Τα οχήματα που δεν πληρούν τα κριτήρια του σημείου 5.1.1 θεωρείται ότι έχουν αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων.

Με την επιφύλαξη του σημείου 5.1.3, εφόσον ο υποψήφιος υποβάλλεται σε εξέταση προσόντων και συμπεριφοράς σε όχημα με αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων, καταγράφεται το γεγονός σε κάθε άδεια που θα εκδοθεί με βάση την εν λόγω εξέταση. Οι άδειες που φέρουν τη σχετική μνεία χρησιμοποιούνται μόνο για την οδήγηση οχημάτων με αυτόματη μετάδοση της κίνησης.

~~5.1.3. Ειδικές διατάξεις για τα οχήματα των κατηγοριών C, CE, D και DE.~~

~~Δεν σημειώνεται περιορισμός στην άδεια οδήγησης των κατηγοριών C, CE, D ή DE που διαθέτουν αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων κατά το σημείο 5.1.2, εφόσον ο υποψήφιος είναι ήδη κάτοχος άδειας οδήγησης οχήματος με χειροκίνητο κιβώτιο ταχυτήτων τουλάχιστον σε μία από τις κατηγορίες: B, BE, C, CE, C1, C1E, D, D1 ή D1E, και έχει εκτελέσει τις ενέργειες που περιγράφονται στο σημείο 8.4 κατά τη διάρκεια της εξέτασης προσόντων και συμπεριφοράς.»~~

«5.1.3. Ειδικές διατάξεις για τα οχήματα των κατηγοριών ΒΕ, C, CE, C1, C1E, D, DE, D1 και D1E.

Για τα οχήματα με αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων, δεν σημειώνεται περιορισμός στην άδεια οδήγησης οχήματος των κατηγοριών ΒΕ, C, CE, C1, C1E, D, DE, D1, ή D1E κατά το σημείο 5.1.2, εφόσον ο υποψήφιος είναι ήδη κάτοχος άδειας οδήγησης οχήματος με χειροκίνητο κιβώτιο ταχυτήτων τουλάχιστον των εξής κατηγοριών: B, BE, C, CE, C1, C1E, D, DE, D1 ή D1E, και έχει εκτελέσει τις ενέργειες που περιγράφονται στο σημείο 8.4 κατά τη διάρκεια της εξέτασης προσόντων και συμπεριφοράς.»

5.2. Τα οχήματα που χρησιμοποιούνται στις εξετάσεις προσόντων και συμπεριφοράς (εκπαιδευτικά οχήματα) είναι σύμφωνα με τα ελάχιστα κριτήρια που καθορίζονται κατωτέρω.

Κατηγορία AM:

Δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα, με μέγιστη, εκ κατασκευής, ταχύτητα 45 km/h, και κινητήρα με κυβισμό μέχρι 50 cm3, αν είναι εσωτερικής καύσης ή μέγιστης καθαρής ισχύος μέχρι 4 kW, αν πρόκειται για ηλεκτρικό κινητήρα.

«Κατηγορία Α1

Μοτοσικλέτα της κατηγορίας A1 χωρίς κάνιστρο, ονομαστικής ισχύος έως 11 kW και ισχύος ανά μονάδα βάρους έως 0,1 kW/kg και ικανή να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 90 km/h.

Εάν η μοτοσικλέτα είναι εξοπλισμένη με κινητήρα εσωτερικής καύσης, ο κυλινδρισμός του κινητήρα πρέπει να είναι τουλάχιστον 115 cm³ .

Εάν η μοτοσικλέτα είναι εξοπλισμένη με ηλεκτρικό κινητήρα, η ισχύς ανά μονάδα βάρους του οχήματος πρέπει να είναι τουλάχιστον 0,08 kW/kg.

Κατηγορία Α2

Μοτοσικλέτα χωρίς κάνιστρο, ονομαστικής ισχύος τουλάχιστον 20 kW και έως 35 kW και με ισχύ ανά μονάδα βάρους έως 0,2 kW/kg.

~~Εάν η μοτοσικλέτα είναι εξοπλισμένη με κινητήρα εσωτερικής καύσης, ο κυλινδρισμός του κινητήρα πρέπει να είναι τουλάχιστον 395 cm³.~~

«Εάν η μοτοσικλέτα είναι εξοπλισμένη με κινητήρα εσωτερικής καύσης, ο κυλινδρισμός του κινητήρα πρέπει να είναι τουλάχιστον 245 cm3.».

Εάν η μοτοσικλέτα είναι εξοπλισμένη με ηλεκτρικό κινητήρα, η ισχύς ανά μονάδα βάρους του οχήματος πρέπει να είναι τουλάχιστον 0,15 kW/kg.

«Κατηγορία Α

Μοτοσικλέτα χωρίς κάνιστρο, της οποίας η μάζα άνευ φορτίου είναι μεγαλύτερη των 175 kg, ονομαστικής ισχύος τουλάχιστον 50 kW.

Εάν η μοτοσικλέτα είναι εξοπλισμένη με κινητήρα εσωτερικής καύσης, ο κυλινδρισμός του κινητήρα πρέπει να είναι τουλάχιστον 595 cm³.

Εάν η μοτοσικλέτα είναι εξοπλισμένη με ηλεκτρικό κινητήρα, η ισχύς ανά μονάδα βάρους του οχήματος πρέπει να είναι τουλάχιστον 0,25 kW/kg.

Επιτρέπεται έως την 31 Δεκεμβρίου 2018 η χρήση μοτοσικλετών, των οποίων η μάζα άνευ φορτίου είναι μικρότερη από 175 kg, και ονομαστικής ισχύος τουλάχιστον 40 kW και κάτω των 50 kW».

Επιπλέον τα παραπάνω οχήματα πρέπει να φέρουν δύο καθρέπτες, πλαϊνό (πλευρικό) ή κεντρικό στήριγμα καθώς και μία πινακίδα στερεωμένη στο πίσω μέρος του οχήματος κατακόρυφα πάνω ή κάτω από την πινακίδα κυκλοφορίας, με το διεθνές διακριτικό σήμα «L», χρώματος ερυθρού.

«Στα οχήματα αυτά δεν πρέπει να μεταβάλλονται τα εργοστασιακά τεχνικά χαρακτηριστικά τους προκειμένου να διασφαλίζεται η σωστή λειτουργία τους, αποτελεσματικότητά τους και η επίτευξη των επιδόσεών τους (όπως η μεταβολή της σχέσης μετάδοσης στην κινηματική αλυσίδα), επιτρεπόμενης της μείωσης της ονομαστικής ισχύος»

Κατηγορία Β:

Τετράτροχο όχημα της κατηγορίας Β ικανό να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 100 km/h, το οποίο επί πλέον :

✓ έχει τέσσερις (4) πόρτες,

✓ φέρει δεύτερο ποδόπληκτρο φρένου και συμπλέκτη στη θέση του συνοδηγού και προαιρετικά επιταχυντήρα,

✓ φέρει ενδεικτική λυχνία τοποθετημένη σε εμφανές σημείο, που θα ανάβει στην περίπτωση χρησιμοποίησης από το συνοδηγό εκπαιδευτή, του φρένου, του συμπλέκτη ή του επιταχυντήρα ή ανάλογο ηχητικό σύστημα,

✓ έχει τέσσερις (4) καθρέπτες, τοποθετημένους δύο εξωτερικά (ένας δεξιά και ένας αριστερά) και δύο εσωτερικά (ένας για τον υποψήφιο οδηγό και ένας για τον εκπαιδευτή συνοδηγό),

✓ φέρει ζώνες ασφάλειας στα μπροστινά και πίσω καθίσματα,

✓ φέρει σύστημα κλιματισμού (θέρμανση - ψύξη).

✓ φέρει μία πινακίδα τοποθετημένη στην οροφή του αμαξώματος, με το διεθνές διακριτικό σήμα «L», χρώματος ερυθρού, μαζί με την επωνυμία και τον αριθμό άδειας της σχολής οδηγών.

Κατηγορία BE:

Συνδυασμός, αποτελούμενος από όχημα δοκιμασίας της κατηγορίας Β και ρυμουλκούμενο μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας τουλάχιστον 1.000 kg, ικανός να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 100 km/h, ο οποίος δεν εντάσσεται στην κατηγορία Β· το διαμέρισμα φορτίου του ρυμουλκούμενου συνίσταται σε κλειστό αμάξωμα (δηλ. κλειστό και από πάνω) το οποίο έχει τουλάχιστον το πλάτος και το ύψος του μηχανοκίνητου οχήματος· το κλειστό αμάξωμα μπορεί επίσης να είναι ελαφρώς στενότερο από το μηχανοκίνητο όχημα αρκεί η θέα προς τα όπισθεν να είναι δυνατή μόνο με τη χρήση των εξωτερικών κατόπτρων οδήγησης του μηχανοκίνητου οδήγησης· το ρυμουλκούμενο κατά την εξέταση έχει συνολική πραγματική μάζα, τουλάχιστον 800 kg.

Επιπλέον, το όχημα φέρει μία πινακίδα, ειδικών προδιαγραφών, τοποθετημένη στο πίσω μέρος του ρυμουλκούμενου οχήματος με το διεθνές διακριτικό σήμα «L» χρώματος ερυθρού μαζί με την επωνυμία και τον αριθμό αδείας της σχολής.

Εφόσον δεν υφίστανται εκπαιδευτικά οχήματα της κατηγορίας BE, η εκπαίδευση και εξέταση μπορεί να γίνει και με όχημα (συνδυασμό οχημάτων) του υποψηφίου, θεωρούμενο για τη συγκεκριμένη περίπτωση ως εκπαιδευτικό. Για την πλήρωση των προδιαγραφών της κατηγορίας BE για το συγκεκριμένο συνδυασμό οχημάτων, θα εκδίδεται βεβαίωση της αρμόδιας για την ταξινόμηση Υπηρεσίας Μεταφορών & Επικοινωνιών.

Κατά την εξέταση παρίσταται υποχρεωτικά εκπαιδευτής και το όχημα τόσο κατά την εκπαίδευση, όσο και κατά την εξέταση φέρει μία πινακίδα τοποθετημένη στο πίσω μέρος του ρυμουλκούμενου οχήματος, με το διεθνές διακριτικό σήμα “L”, χρώματος ερυθρού, μαζί με την επωνυμία και τον αριθμό άδειας της σχολής οδηγών.

«Κατηγορία C:

Όχημα της κατηγορίας C μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας τουλάχιστον 12.000 kg, μήκους τουλάχιστον 8m, πλάτους τουλάχιστον 2,40m και ικανό να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h˙ εξοπλισμένο με σύστημα αντιεμπλοκής των τροχών, με σύστημα μετάδοσης της κίνησης με χειροκίνητο κιβώτιο ταχυτήτων και με συσκευή ελέγχου όπως ορίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85.

Επιπλέον, για το όχημα αυτό απαιτείται:

✓ να έχει θάλαμο οδήγησης τριών (3) τουλάχιστον, θέσεων, συμπεριλαμβανομένης της θέσης του οδηγού,

✓ να φέρει δεύτερο ποδόπληκτρο φρένου και συμπλέκτη στη θέση του συνοδηγού και προαιρετικά επιταχυντήρα,

✓ το διαμέρισμα φορτίου να συνίσταται σε κλειστό αμάξωμα το οποίο έχει τουλάχιστον το πλάτος και το ύψος του θαλάμου. Η απαίτηση αυτή καλύπτεται και με την τοποθέτηση τέντας,

✓ να φέρει μια πινακίδα, τοποθετημένη στο πίσω μέρος του αμαξώματος, με το διεθνές διακριτικό σήμα «L» χρώματος ερυθρού, μαζί με την επωνυμία και τον αριθμό αδείας της σχολής οδηγών.

✓ σε περίπτωση που ο θάλαμος οδήγησης είναι διπλός (μέχρι πέντε θέσεων, συμπεριλαμβανομένης της θέσης του οδηγού), τότε το όχημα φέρει ενδεικτική λυχνία τοποθετημένη σε εμφανές σημείο, η οποία ανάβει στην περίπτωση χρησιμοποίησης από το συνοδηγό εκπαιδευτή, του φρένου, του συμπλέκτη ή του επιταχυντήρα ή ανάλογο ηχητικό σύστημα,

✓ κατά την πρακτική εξέταση να έχει συνολική πραγματική μάζα, τουλάχιστον 10.000 kg.

Κατηγορία CE:

Είτε αρθρωτό όχημα, είτε συνδυασμός οχήματος δοκιμασίας στην κατηγορία C και ρυμουλκούμενου τουλάχιστον 7,5 m μήκους˙ τόσο το αρθρωτό όχημα όσο και ο συνδυασμός έχουν μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα τουλάχιστον 20.000 kg, μήκος τουλάχιστον 14 m και πλάτος τουλάχιστον 2,40 m, είναι δε ικανό να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h και είναι εξοπλισμένο με σύστημα αντιεμπλοκής των τροχών, με σύστημα μετάδοσης της κίνησης με χειροκίνητο κιβώτιο ταχυτήτων και με συσκευή ελέγχου όπως ορίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85.

Επιπλέον, για το όχημα αυτό απαιτείται :

✓ να έχει θάλαμο οδήγησης τριών (3) τουλάχιστον θέσεων, συμπεριλαμβανομένης της θέσης του οδηγού,

✓ να φέρει δεύτερο ποδόπληκτρο φρένου και συμπλέκτη στη θέση του συνοδηγού και προαιρετικά επιτα-χυντήρα.

✓ το διαμέρισμα φορτίου να συνίσταται σε κλειστό αμάξωμα το οποίο έχει τουλάχιστον το πλάτος και το ύψος του θαλάμου. Η απαίτηση αυτή καλύπτεται και με την τοποθέτηση τέντας.

✓ να φέρει μια πινακίδα, τοποθετημένη στο πίσω μέρος του ρυμουλκούμενου οχήματος με το διεθνές διακριτικό σήμα «L» χρώματος ερυθρού, μαζί με την επωνυμία και τον αριθμό αδείας της σχολής οδηγών.

✓ σε περίπτωση που ο θάλαμος οδήγησης είναι διπλός (μέχρι πέντε θέσεων, συμπεριλαμβανομένης της θέσης του οδηγού), τότε το όχημα φέρει ενδεικτική λυχνία τοποθετημένη σε εμφανές σημείο, η οποία ανάβει στην περίπτωση χρησιμοποίησης από το συνοδηγό εκπαιδευτή, του φρένου, του συμπλέκτη ή του επιταχυντήρα ή ανάλογο ηχητικό σύστημα,

✓ κατά την πρακτική εξέταση να έχει συνολική πραγματική μάζα, τουλάχιστον 15.000 kg.»

Κατηγορία C1:

Όχημα της κατηγορίας C1 με μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα τουλάχιστον 4.000 kg, μήκους τουλάχιστον 5 m και ικανό να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h• εξοπλισμένο με σύστημα αντιεμπλοκής των τροχών και με συσκευή ελέγχου όπως ορίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85.

Επιπλέον, για το όχημα αυτό απαιτείται:

✓ να έχει θάλαμο οδήγησης τριών (3) τουλάχιστον θέσεων, συμπεριλαμβανομένης της θέσης του οδηγού,

✓ να φέρει δεύτερο ποδόπληκτρο φρένου και συμπλέκτη στη θέση του συνοδηγού και προαιρετικά επιταχυντήρα,

✓ το διαμέρισμα φορτίου να συνίσταται σε κλειστό αμάξωμα το οποίο έχει τουλάχιστον το πλάτος και το ύψος του θαλάμου. Η απαίτηση αυτή καλύπτεται και με την τοποθέτηση τέντας,

✓ να φέρει μια πινακίδα, τοποθετημένη στο πίσω μέρος του αμαξώματος με το διεθνές διακριτικό σήμα «L» χρώματος ερυθρού, μαζί με την επωνυμία και τον αριθμό αδείας της σχολής οδηγών.

✓ σε περίπτωση που ο θάλαμος οδήγησης είναι διπλός (μέχρι πέντε θέσεων, συμπεριλαμβανομένης της θέσης του οδηγού), τότε το όχημα φέρει ενδεικτική λυχνία τοποθετημένη σε εμφανές σημείο, η οποία ανάβει στην περίπτωση χρησιμοποίησης από το συνοδηγό εκπαιδευτή, του φρένου, του συμπλέκτη ή του επιταχυντήρα ή ανάλογο ηχητικό σύστημα.

Κατηγορία C1E:

Συνδυασμός αποτελούμενος από όχημα δοκιμασίας της κατηγορίας C1 και ρυμουλκούμενο μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας τουλάχιστον 1.250 kg· ο συνδυασμός έχει μήκος τουλάχιστον 8 m και είναι ικανός να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h· Επιπλέον, για το όχημα αυτό απαιτείται :

✓ να έχει θάλαμο οδήγησης τριών (3) τουλάχιστον θέσεων, συμπεριλαμβανομένης της θέσης του οδηγού,

✓ να φέρει δεύτερο ποδόπληκτρο φρένου και συμπλέκτη στη θέση του συνοδηγού και προαιρετικά επιταχυντήρα,

✓ το διαμέρισμα φορτίου του ρυμουλκούμενου συνίσταται σε κλειστό αμάξωμα (δηλαδή κλειστό και από πάνω) το οποίο έχει τουλάχιστον το πλάτος και το ύψος του θαλάμου· το κλειστό αμάξωμα μπορεί επίσης να είναι ελαφρώς στενότερο από το θάλαμο, αρκεί η θέα προς τα όπισθεν να είναι δυνατή μόνο με τη χρήση των εξωτερικών κατόπτρων οδήγησης του μηχανοκίνητου οχήματος.

✓ να φέρει μια πινακίδα, τοποθετημένη στο πίσω μέρος του ρυμουλκούμενου οχήματος με το διεθνές διακριτικό σήμα «L» χρώματος ερυθρού, μαζί με την επωνυμία και τον αριθμό αδείας της σχολής.

✓ σε περίπτωση που ο θάλαμος οδήγησης είναι διπλός (μέχρι πέντε θέσεων, συμπεριλαμβανομένης της θέσης του οδηγού), τότε το όχημα φέρει ενδεικτική λυχνία τοποθετημένη σε εμφανές σημείο, η οποία ανάβει στην περίπτωση χρησιμοποίησης από το συνοδηγό εκπαιδευτή, του φρένου, του συμπλέκτη ή του επιταχυντήρα ή ανάλογο ηχητικό σύστημα, Κατά την πρακτική εξέταση το ρυμουλκούμενο να έχει συνολική πραγματική μάζα, τουλάχιστον 800 kg.

Κατηγορία D:

Όχημα της κατηγορίας D μήκους τουλάχιστον 10 m , πλάτους τουλάχιστον2,40 m και ικανό να αναπτύσσει, ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h· εξοπλισμένο με σύστημα αντιεμπλοκής των τροχών και με συσκευή ελέγχου όπως ορίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85.

Επιπλέον, το όχημα αυτό:

✓ φέρει δεύτερο ποδόπληκτρο φρένου και συμπλέκτη στη θέση του συνοδηγού και προαιρετικά επιταχυντήρα,

✓ φέρει ενδεικτική λυχνία τοποθετημένη σε εμφανές σημείο, που ανάβει στην περίπτωση χρησιμοποίησης από το συνοδηγό εκπαιδευτή, του φρένου, του συμπλέκτη ή του επιταχυντήρα ή ανάλογο ηχητικό σύστημα,

✓ φέρει σύστημα κλιματισμού (θέρμανση - ψύξη).

✓ φέρει μια πινακίδα τοποθετημένη στο πίσω μέρος του αμαξώματος, με το διεθνές διακριτικό σήμα «L» χρώματος ερυθρού, μαζί με την επωνυμία και τον αριθμό άδειας της σχολής οδηγών οδηγών.

Κατηγορία DE:

Συνδυασμός αποτελούμενος από όχημα δοκιμασίας της κατηγορίας D και ρυμουλκούμενο μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας τουλάχιστον 1.250 kg, πλάτους τουλάχιστον 2,40 m, ικανός να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h· το διαμέρισμα φορτίου του ρυμουλκούμενου συνίσταται σε κλειστό αμάξωμα (δηλαδή κλειστό και από πάνω) το οποίο έχει τουλάχιστον 2 m πλάτος και 2 m ύψος· το ρυμουλκούμενο κατά τη δοκιμασία έχει πραγματική συνολική μάζα, τουλάχιστον 800 kg.

Επιπλέον, το όχημα αυτό φέρει μια πινακίδα τοποθετημένη στο πίσω μέρος του ρυμουλκούμενου οχήματος, με το διεθνές διακριτικό σήμα «L» χρώματος ερυθρού, μαζί με την επωνυμία και τον αριθμό αδείας της σχολής οδηγών.

Κατηγορία D1:

Όχημα της κατηγορίας D1 μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας τουλάχιστον 4.000 kg με ελάχιστο μήκος 5 m και ικανό να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h· εξοπλισμένο με σύστημα αντιεμπλοκής των τροχών και με συσκευή ελέγχου όπως ορίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85.

Επιπλέον, το όχημα αυτό:

✓ φέρει δεύτερο ποδόπληκτρο φρένου και συμπλέκτη στη θέση του συνοδηγού και προαιρετικά επιταχυντήρα,

✓ φέρει ενδεικτική λυχνία τοποθετημένη σε εμφανές σημείο, που ανάβει στην περίπτωση χρησιμοποίησης από το συνοδηγό εκπαιδευτή, του φρένου, του συμπλέκτη ή του επιταχυντήρα ή ανάλογο ηχητικό σύστημα,

✓ φέρει σύστημα κλιματισμού (θέρμανση - ψύξη).

✓ φέρει μία πινακίδα τοποθετημένη στο πίσω μέρος του αμαξώματος, με το διεθνές διακριτικό σήμα «L», χρώματος ερυθρού, μαζί με την επωνυμία και τον αριθμό άδειας της σχολής οδηγών.

Κατηγορία D1E:

Συνδυασμός αποτελούμενος από όχημα δοκιμασίας της κατηγορίας D1 και ρυμουλκούμενο μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας τουλάχιστον 1.250 kg και ικανός να αναπτύσσει ταχύτητα τουλάχιστον 80 km/h· το διαμέρισμα φορτίου του ρυμουλκούμενου συνίσταται σε κλειστό αμάξωμα (δηλαδή κλειστό και από πάνω) το οποίο έχει τουλάχιστον 2 m πλάτος και 2 m ύψος· το όχημα κατά τη δοκιμασία έχει ελάχιστη συνολική πραγματική μάζα τουλάχιστον 800 kg.

Επιπλέον, το όχημα αυτό φέρει μια πινακίδα τοποθετημένη στο πίσω μέρος του ρυμουλκούμενου οχήματος, με το διεθνές διακριτικό σήμα «L» χρώματος ερυθρού, μαζί με την επωνυμία και τον αριθμό αδείας της σχολής οδηγών. Όπου στις παραπάνω προδιαγραφές εκπαιδευτικών οχημάτων αναφέρεται η ένδειξη «κλειστό αμάξωμα», εννοείται αμάξωμα κοινού φόρτου, κλεισμένο από όλες τις πλευρές, εκτός της πίσω πλευράς, η οποία μπορεί να είναι ανοικτή.

Τα οχήματα δοκιμασίας για τις κατηγορίες BE, C, CE, C1, C1E, D, DE, D1 και D1E τα οποία δεν είναι σύμφωνα με τα ελάχιστα ανωτέρω κριτήρια, κυκλοφορούσαν όμως ως εκπαιδευτικά μέχρι και τις 18.7.2008, επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μέχρι τις 30.9.2013. Οι απαιτήσεις, σχετικά με το φορτίο που μεταφέρεται από αυτά τα οχήματα, εφαρμόζονται, το αργότερο μέχρι τις 30/9/2013.

Άρθρο 22: (άρθρο 16 παρ. 2 της οδηγίας 2006/126/ΕΚ) Ισχύς

1. Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει στο σύνολό του από 19/1/2013.

2. Οι διατάξεις:

α) του στοιχείου θ της παρ. 1 του άρθρου 2, β) του στοιχ. β της παρ.2 του άρθρου 4, γ) του στοιχ. δ της παρ.1 και της παρ. 4 του άρθρου 6, δ) των άρθρων 8, 9, ε), καθώς και τα Παραρτήματα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ ισχύουν από 19/1/2009.

Στον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.

  • κτεο/νομοθεσία/νόμοι/πδ_51_2012.txt
  • Τελευταία τροποποίηση: 2022/05/02 12:16
  • από admin